Δυσλεξία

Η Δυσλεξία αναγνωρίστηκε ως μαθησιακή δυσκολία στις αρχές του 1970. Μέχρι τότε άτομα με ειδικές αναπηρίες κατηγοριοποιούνταν με διαγνώσεις στις οποίες δεν περιλαμβάνονταν η Δυσλεξία ή οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες. Μέχρι να εδραιωθεί και να γίνει αποδεκτός ο όρος «Δυσλεξία» χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι όροι όπως «Λεξική τύφλωση», «ειδική αναγνωστική επιβράδυνση», «σύμφυτη αμβλυωπία», «ειδική εξελικτική δυσχέρεια», «σύμφυτη αλεξία».

Κάποια στιγμή, αρχίζει να γίνεται λόγος για παιδιά με ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία (minimal brain dysfunction, MBD). Τα παιδιά αυτά ενώ έχουν φυσιολογική νοημοσύνη παρουσιάζουν νευρολογικά και συμπεριφοριστικά συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά παιδιών με εγκεφαλική βλάβη. Τότε θεωρούταν οτι η ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία ευθυνόταν για δυσλειτουργίες, που μπορεί να παρουσιάζονταν σε διάφορες δεξιότητες όπως η ακουστική και οπτική αντίληψη, η εκμάθηση συμβόλων, η βραχυπρόθεσμη και η μακροπρόθεσμη μνήμη, ο σχηματισμός εννοιών και η λογική επεξεργασία, οι λεπτές και οι αδρές κινητικές λειτουργίες. Το αποτέλεσμα ήταν τα άτομα αυτά να δυσκολεύονται ιδιαίτερα στην πρόσληψη πληροφοριών και στην έκφραση, στα μαθηματικά, στις σωματικές ικανότητες και στην προσαρμογή σε διαπροσωπικό επίπεδο. Επιπλέον, τα παιδιά αυτά συχνά εκδήλωναν συμπεριφορές όπως διάσπαση προσοχής, παρορμητικότητα.

Με τον όρο Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες περιγράφουμε διάφορες δυσκολίες που μπορούν να επηρεάσουν την ανάγνωση, τη γραφή, την ορθογραφία, τα μαθηματικά, την κρίση και γενικότερα την ικανότητα του παιδιού για μάθηση. Βασική προϋπόθεση είναι να μην συντρέχουν αρνητικοί ψυχοπεριβαλλοντικοί παράγοντες και χαμηλός δείκτης νοημοσύνης.

Η Δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία. Εξαιτίας της Δυσλεξίας καθυστερεί ή εμποδίζεται η εκμάθηση της γραφής και της ανάγνωσης από παιδιά που έχουν όλες τις ικανότητες και δυνατότητες για τις εργασίες αυτές. Πρόκειται, δηλαδή για παιδιά με κανονική ή και ανώτερη νοημοσύνη, χωρίς προβλήματα στην όραση ή ακοή, τα οποία ζουν σε ένα περιβάλλον που δεν στερείται ερεθισμάτων και φοιτούν κανονικά σε οργανωμένα σχολεία.

Η Δυσλεξία επηρεάζει τη ζωή εκατομμυρίων παιδιών και ενηλίκων σε όλο τον κόσμο, με σοβαρές συνέπειες τόσο σε εκπαιδευτικό και κοινωνικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Εκδηλώνεται τα πρώτα χρόνια φοίτησης στο Δημοτικό σχολείο ως μία απροσδόκητη και ανεξήγητη μαθησιακή δυσκολία στην ανάγνωση και γραφή, σε φυσιολογικά παιδιά με κανονική ή και ανώτερη ευφυΐα που μέχρι τότε τίποτε δεν προέβλεπε οτι θα είχαν κάποιο πρόβλημα. Τα παιδιά αυτά ξεκινούν να παρακολουθούν τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου με την προοπτική οτι θα επιτύχουν (γενικά παρουσίαζαν μια καλή επίδοση σε σχολικές δραστηριότητες) και δεν αργούν να νοιώσουν την αδικαιολόγητη αποτυχία. Η αποτυχία τους οφείλεται αφενός στο γεγονός οτι τα παιδιά αυτά πραγματικά δυσκολεύονται να καταλάβουν και να μάθουν τα σύμβολα (γράμματα) και το σύστημα ανάγνωσης – γραφής και αφετέρου στο γεγονός ότι οι δάσκαλοι (και αργότερα οι καθηγητές) τα αντιμετωπίζουν ως μια ομάδα δύσκολων παιδιών, την οποία δεν προθυμοποιούνται να βοηθήσουν καθώς στερούνται ειδικής εκπαιδεύσεως και παρερμηνεύουν την έννοια της «δίκαιης αξιολόγησης» των μαθητών τους.

Το 1.5% του μαθητικού πληθυσμού μπορεί να έχει σοβαρής μορφής ειδική μορφή μαθησιακή διαταραχή. Το ποσοστό ανέρχεται σε 4% ή και 5% αν πρόκειται για ηπιότερη μορφή μαθησιακής διαταραχής, ενώ η αναλογία αγοριών – κοριτσιών είναι 4:1.