Νοητική Υστέρηση

Η περίοδος ανάπτυξης ενός παιδιού συντελείται απο την χρονική στιγμή της σύλληψής του έως το 16ο έτος της ζωής του. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ενδέχεται να εκδηλωθεί μια παθολογική κατάσταση, στην οποία αναφερόμαστε ως νοητική υστέρηση.

Σήμερα, οι ειδικά εκπαιδευμένοι Ψυχολόγοι μπορούν να χορηγήσουν σε ένα παιδί 6 – 16 ετών ένα σταθμισμένο τέστ εκτίμησης νοητικού δυναμικού και να αποφανθούν σε ποιό νοητικό επίπεδο βρίσκεται το παιδί. Τα παιδιά με νοητική υστέρηση παρουσιάζουν χαμηλότερη νοητική ικανότητα απο το μέσο όρο των παιδιών της ίδιας χρονολογικής ηλικίας.

Σύμφωνα με τον Αμερικανικό Οργανισμό για τη Νοητική Καθυστέρηση, η νοητική καθυστέρηση αναφέρεται σε σημαντικούς περιορισμούς στην παρούσα λειτουργία του ατόμου. Χαρακτηρίζεται απο, σημαντικά κάτω του μέσου όρου διανοητικές λειτουργίες, οι οποίες συνυπάρχουν με σχετικούς περιορισμούς σε δύο ή περισσότερες απο τις ακόλουθες κατηγορίες δεξιοτήτων λειτουργικής προσαρμογής:

  • την επικοινωνία
  • την αυτοεξυπηρέτηση
  • την διαβίωση στο σπίτι
  • τις κονωνικές σχέσεις
  • τη χρήση κοινωνικών παροχών
  • τον αυτοπροσανατολισμό
  • την υγεία
  • την ασφάλεια
  • την λειτουργικότητα στον ακαδημαϊκό τομέα, στην ψυχαγωγία και στον επαγγελματικό χώρο.

Η νοητική καθυστέρηση εκδηλώνεται πριν απο την ηλικία των 18 ετών. Η νοητική υστέρηση χωρίζεται σε 4 κατηγορίες, ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας:

  • ήπια νοητική υστέρηση (Δ.Ν. 50-55 έως 70)
  • μέτρια νοητική υστέρηση (Δ.Ν. 35-40 έως 50-55)
  • σοβαρή νοητική υστέρηση (Δ.Ν. 20-25 έως 35-40)
  • βαριά νοητική υστέρηση (Δ.Ν. <20-25)